Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012

Η μη σημασία της φιλοσοφίας στην Αρχιτεκτονική εκπαίδευση



Των :
Σάντρα Καλλιάγρα 
αρχιτέκτων – Υποψήφια Διδάκτωρ – Τμήμα Αρχ/νων Α.Π.Θ.
Αλέξιος Βανδώρος 
 αρχιτέκτων – αρχισυντάκτης e-περιοδικού GreekArchitects.gr
Μιχάλης Μαλινδρέτος
 
αρχιτέκτων – Αναπλ. Καθηγητής – Τμήμα Αρχ/νων Α.Π.Θ.

Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Αρχιτεκτονικής συνίσταται στο ότι αποτελεί μια όψη της συγκεκριμένης πραγματικότητας στην οποία οι άνθρωποι βλέπουν να απεικονίζονται οι ίδιοι.

Η Αρχιτεκτονική δεν είναι απλά ένα επάγγελμα όπως τα περισσότερα άλλα. Ο Αρχιτέκτονας έχει τη μοναδική ευκαιρία να δημιουργήσει ‘κάτι’ από το ‘μηδέν’, από το ‘άυλο’ να μεταβεί στο ‘υλικό’, να πλησιάσει όσο κανείς άλλος τον ίδιο το θεό, ότι και αν σημαίνει αυτή η έννοια του ανώτερου όντος για τον καθένα. Σε αυτό το πλαίσιο εμπεριέχει πολλές έννοιες της φιλοσοφίας και κινείται παράλληλα σε αυτή ως προς την αναζήτηση αρχέτυπων μορφών, της αλήθειας, της αιώνιας ζωής και πλείστων άλλων εννοιών    .  .  . 


Η Αρχιτεκτονική εκπαίδευση είναι μια τρομερά δύσκολη και σύνθετη διαδικασία όπου καλείται το εκάστοτε Τμήμα Αρχιτεκτόνων να διδάξει ημιμαθείς νέους,  προερχόμενους από τη γενική και συνήθως ανεπαρκή δευτεροβάθμια εκπαίδευση,  μέσα στο χρονικό διάστημα των πέντε διδακτικών ετών και να τους μετατρέψει σε Αρχιτέκτονες. Συνειδητά δε χρησιμοποιείται ο όρος ‘ολοκληρωμένος’ Αρχιτέκτονας αφενός διότι κανείς Αρχιτέκτονας δε μπορεί να θεωρηθεί ολοκληρωμένος καθώς ποτέ δε θα έχει αντιμετωπίσει όλα τα πιθανά σχεδιαστικά ζητήματα ούτε θα γνωρίσει όλα τα σχεδιαστικά και κατασκευαστικά εργαλεία και αφετέρου διότι υπάρχει μεγάλη συζήτηση γύρω από τα πανεπιστημιακά διπλώματα και την επακόλουθη άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος. Η εκπαίδευση ενός Αρχιτέκτονα επομένως έχει ως κύριο στόχο να δημιουργήσει έναν άνθρωπο πολύπλευρα μορφωμένο, με κοινωνική ευαισθησία, έναν πολύ καλό ερευνητή ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει ικανά οποιοδήποτε μελλοντικό σχεδιαστικό θέμα και πάνω απ’ όλα ένα άνθρωπο που να πιστεύει και να μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.

Ο Αρχιτέκτονας εκπαιδεύεται στους τομείς της αρχιτεκτονικής σύνθεσης, της συντήρησης και αποκατάστασης, της αρχιτεκτονικής τοπίου, του αστικού σχεδιασμού, της πολεοδομίας και εν μέρει της χωροταξίας και σε αρκετούς ακόμα τομείς, καθώς και στην θεωρία της Αρχιτεκτονικής και στην αρχιτεκτονική κριτική. Η εκπαίδευση επομένως των αρχιτεκτόνων είναι ενιαία και γενική δίνοντας τα εφόδια της κριτικής σκέψης και της αφομοίωσης της ερευνητικής διαδικασίας ώστε να υπάρχει η δυνατότητα με εκ νέου έρευνα και ατομική πλέον εκπαίδευση να αντιμετωπιστεί το εκάστοτε σχεδιαστικό θέμα.

Μέσα σε αυτό τον κυκεώνα των πληροφοριών προκύπτει η συζήτηση περί της σημασίας ή μη της διδασκαλίας της φιλοσοφίας στην Αρχιτεκτονική εκπαίδευση. Πέρα από κάποιες γενικές αρχές γύρω από την ιστορική σχέση φιλοσοφίας και Αρχιτεκτονικής και ενδεχομένως περί της πιθανής αναγκαιότητας φιλοσοφικών εννοιών στην καθημερινότητα ενός Αρχιτέκτονα, που θα μπορούσαν να υπάρχουν σε ένα θεωρητικό μάθημα κατά τη διάρκεια των σπουδών με ιδιαίτερη προσοχή και επιμέλεια ως προς το έτος σπουδών όπου θα διδαχθούν, η διδασκαλία της φιλοσοφίας κρίνεται μη σημαντική.

Οι Αρχιτέκτονες νιώθουν έντονη την ανάγκη να δικαιολογήσουν το εκάστοτε έργο τους, να (από)δείξουν ότι πίσω από κάθε αρχιτεκτόνημα προϋπήρχε μια κεντρική ιδέα και ότι ακολούθησαν μια συγκεκριμένη εξελικτική διαδικασία στο σχεδιασμό τους. Σε αυτό το επίπεδο ενδεχομένως η φιλοσοφία να τους έδινε τα απαραίτητα εφόδια ώστε να ανακαλύπτουν είτε κεντρικές ιδέες είτε ακόμα καλύτερα ολόκληρες φιλοσοφικές αναζητήσεις γύρω από το έργο τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαδικασίας είναι ο διάσημος starachitect Santiago Calatrava, ο οποίος κατασκεύασε στην Αθήνα την ίδια γέφυρα με μια παλιότερη κατασκευή του στο εξωτερικό και θέλοντας να προσαρμόσει τη σχεδιαστική του αναζήτηση στα ελληνικά δεδομένα την παρομοίασε με άρπα, ενώ την αντίστοιχη την παρουσίασε χρόνια πριν ως εμπνευσμένη από την αμβλεία γωνία του αντίχειρα και του δείκτη όταν βρίσκονται σε πλήρη έκταση μεταξύ τους. Η φιλοσοφία επομένως είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στους εκκολαπτόμενους, αλλά και στους ίδιους τους αρχιτέκτονες ως εργαλείο συγκάλυψης του τελικού σχεδιαστικού αποτελέσματος και σε σπάνιες περιπτώσεις ως αρχικό έναυσμα της συνθετικής αναζήτησης. Θα μπορούσε βέβαια κανείς να αντιπαραθέσει ορισμένα (ενδεχομένως) αξιοσημείωτα παραδείγματα μιας υγιούς και αποδοτικής αξιοποίησης της φιλοσοφίας στην αρχιτεκτονική σύνθεση, τα οποία όμως είναι αμελητέα σε σχέση με τα προαναφερθέντα.


Ο Ασγκερ Γιορν στο βιβλίο του ‘Περί Μορφής’ γράφει: ‘‘…δεν ψάχνω, δεν βρίσκω • δημιουργώ…. ο καλλιτέχνης δεν έχει ανάγκη να εκφραστεί σε γλώσσα άλλη από τη γλώσσα της τέχνης του…. κάθε θεωρητική απόπειρα την θεωρείται χάσιμο χρόνου και ενέργειας.’’
Μεταφέροντας τις σκέψεις του, αντικαθιστώντας τον καλλιτέχνη με τον αρχιτέκτονα για τον οποίο η δημιουργία εμπεριέχει πολλά κοινά στοιχεία με την καλλιτεχνική δημιουργία, στην αρχιτεκτονική μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο θα έπρεπε ο αρχιτέκτονας να πάρει τον λόγο, θα ήταν για να μην εισπράττει το κοινό εσφαλμένες ερμηνείες του έργου του. Ακόμα και αυτό όμως κρίνεται εσφαλμένο, καθώς για μια κατασκευή στο χώρο δεν έχουν καμία σημασία ούτε το θεωρητικό υπόβαθρο ή η φιλοσοφική αναζήτηση από τα οποία προήλθε, ούτε καν οι προθέσεις του δημιουργού-αρχιτέκτονα. Το μόνο που έχει σημασία είναι η κατασκευή να αποτελεί πηγή ποιοτικής αισθητικής για τον παρατηρητή, σεβόμενη παράλληλα τα ιδιαίτερα τοπικά χαρακτηριστικά της εκάστοτε περιοχής όπου τοποθετείται. Αυτά είναι τα στοιχεία που πρέπει να αναπτύξουν οι φοιτητές της αρχιτεκτονικής και όχι η μελέτη φιλοσοφικών στοχασμάτων και η ουτοπική ενδεχόμενη σύνδεση τους με την αρχιτεκτονική εφαρμογή.

Επίσης, ο Αντόνιο Μονεστιρόλι στο βιβλίο του
‘Η Αρχιτεκτονική της πραγματικότητας’ περιγράφει ότι ‘’το καθήκον της αρχιτεκτονικής είναι να αποτελεί υλική κατασκευή προσαρμοσμένη στη ζωή’’ και στη συνέχεια ότι ‘’ο σχεδιασμός αποτελεί γνωστική δραστηριότητα και ως τέτοια πρέπει να υπόκειται στους γενικούς κανόνες μιας θεωρίας της γνώσης’’.

Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Αρχιτεκτονικής συνίσταται στο ότι αποτελεί μια όψη της συγκεκριμένης πραγματικότητας στην οποία οι άνθρωποι βλέπουν να απεικονίζονται οι ίδιοι. Κατ’ αυτό τον τρόπο, η αρχιτεκτονική, όπως και η τέχνη γενικά, συμβάλλει στη διαδικασία αυτοσυνείδησης των ανθρώπων. Σε αντίθεση όμως με τις άλλες τέχνες η Αρχιτεκτονική δε μπόρεσε ποτέ να αποκοπεί από την πραγματικότητα.

Με βάση τα παραπάνω κύριος σκοπός των αρχιτεκτονικών σπουδών πρέπει να είναι η εκπαίδευση των μελλοντικών αρχιτεκτόνων στην κατεύθυνση του σχεδιασμού μέσα από τους κανόνες μιας θεωρίας της γνώσης και στην κατασκευή μιας πραγματικότητας που θα γίνεται η νέα μορφή μέσα στην οποία θα εκτυλίσσεται η ζωή των ανθρώπων. Σε πραγματικό και όχι σε φιλοσοφικό επίπεδο, όπως πραγματικές και καθημερινές είναι οι ζωές των περισσοτέρων ανθρώπων και όχι βασισμένες σε φιλοσοφικές έννοιες οι οποίες ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία δε στάθηκαν ικανές να θρέψουν, να ξεδιψάσουν ή να στεγάσουν το ανθρώπινο είδος.

Κλείνοντας, ας κρατήσουμε τα λόγια ενός μεγάλου Έλληνα αρχιτέκτονα, του Άρη Κωνσταντινίδη, ο οποίος με άκρως φιλοσοφική διάθεση σχολιάζει:
η αρχιτεκτονική δεν είναι αυτό που μπορούμε να λέμε αλλά αυτό που μπορούμε να κάνουμε. Συνεπώς ας πάψουν οι Αρχιτεκτονικές σχολές να διδάσκουνε στους φοιτητές τους το πώς θα βρουν τα κατάλληλα λόγια για να μπορούν να δικαιολογούν αυτό που δεν μπορούν να κάνουν κι ας επικεντρωθούνε στο να τους διδάξουν την Αρχιτεκτονική έτσι όπως πρέπει να είναι, σαν μια σχεδιαστική και κατασκευαστική διαδικασία.  

Το συγκεκριμένο κείμενο παρουσιάστηκε στο συνέδριο «Η Σημασία της Φιλοσοφίας στην Αρχιτεκτονική Εκπαίδευση», το οποίο διοργανώθηκε από το Ίδρυμα Μιχελή, στην Πάτρα, (9-11 Οκτωβρίου 2009)

ΠΗΓΗ : http://www.greekarchitects.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου